Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Πρόταση dvd: SHAME


Του
Steve McQueen

Πόσο βαθειά κοιτάζεις μέσα σου;

Κλειστά δωμάτια, ημιφωτισμένη ατμόσφαιρα, πνιγηρή σιωπή και ένα πληγωμένο ζώο που είναι άτολμο να βάλει σε λέξεις το κενό του. Η μόνη διέξοδος είναι η αγριότητα της σεξουαλικής επαφής, η έκπτωση του άλλου, η επιβίωση μονάχα του ενστίκτου και μιας ατομικής φθοράς. Με τέτοιες εικόνες το 1972 ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι έριχνε με το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» τον μεγάλο Μάρλον Μπράντο σε μια κατεδαφιστική υποκριτική αρένα που κυνηγήθηκε, απορρίφθηκε και εν τέλει έμεινε στην ιστορία ως μια συμβολική κατάθεση του τέλους μιας εποχής αθωότητας και πλασματικής ενότητας. Ο νέος Άνθρωπος θα γινόταν ατομιστής, αρπακτικό, εσωστρεφής, απλώνοντας τον κυνισμό και την αδειοσύνη του σε κοινωνικό, επαγγελματικό και συναισθηματικό επίπεδο φτάνοντας στην κορύφωση, σε μια «βασιλεία» όπου ο καθένας είναι γυμνός.


Ο «Βασιλιάς» πια είναι γυμνός και μπαινοβγαίνει στα στείρα και ψυχρά δωμάτια ενός ακριβού σπιτιού, στο κέντρο μιας άγριας μητρόπολης. Το καλοσχηματισμένο σώμα του, η ωραιότητα του αγγίζουν την εικόνα μιας μετα-μοντέρνας πλήρωσης, μια αίσθηση σύγχρονης επιτυχίας, έναν εξωσκελετό που πληροί κάθε επίκαιρη τάση αρρενωπότητας και στυγνής αισθητικής που πρόσφεραν αφειδώς δύο ολόκληρες δεκαετίες μάνατζερ, οικονομολόγοι, ίντερνετ και περιοδικά. Ο «Βασιλιάς» αναζητά την επιβεβαίωση και την ψάχνει σε ίδια τέλεια σώματα, λιγομίλητα και διεκπεραιωτικά, γυμνά όπως αυτός κάνοντας την επαφή επιδερμική και γρήγορη χωρίς ενδιάμεση προσέγγιση και προσπάθεια, καταναλώνοντας. 

Η μοναχική φιγούρα που ενσαρκώνει ο Φασμπέντερ δεν έχει παρελθόν, τουλάχιστον αυτό δεν έρχεται ποτέ σε μορφή ανάλυσης ή ανάμνησης. Ο χρόνος και οι σχέσεις είναι στο Τώρα, στο σημείο που πια το εσωτερικό του έχει σχηματιστεί, έχει επιλέξει τη θέση του στην κοινωνία και έχει διεκδικήσει την στάση του απέναντι στους ανθρώπους και τις νόρμες που αυτοί εξωτερικεύουν. Δεν είναι πια κυνηγός παρά μόνο καταναλωτής. Στέκεται στην «κορυφή» ενός άχρωμου, φθοριούχου ρετιρέ και αφουγκράζεται την παλμική παρακμή της πόλης, ενός κόσμου που σου προσφέρει τα πάντα με αντάλλαγμα την οκνηρία, την από-ευαισθητοποίηση, εκατομμύρια χαρακτήρες και «προϊόντα», όλα στοιβαγμένα σε μια πορνογραφική προθήκη, έτοιμα να σε απαλύνουν, να σε αδειάσουν ψυχικά, να σε ξεκουράσουν από την προσπάθεια να επικοινωνείς και να ωριμάσεις. 

Το αριστούργημα του McQueen είναι αδηφάγο, φέρνοντας καταπάνω μας μια κατά κάποιον τρόπο sci fi ατμόσφαιρα όπου οι ήρωες έχουν πάψει πια να παράγουν συνθήκες και μόνο συντηρούν αυτές που έφτιαξαν. Καμιά μνήμη δεν επιστρέφει, κανένας δεσμός, ούτε καν οικογενειακός, δεν επεξηγείται, δεν αγγίζει την μοναξιά. Ο πρωταγωνιστής πια αυτοανακυκλώνεται, συρρικνώνεται και αφήνεται να «φαγωθεί» από μέσα, από τον ίδιο που δεν αντέχει πια να περιφέρει τη γυμνότητα του απέναντι στα ίδια του τα μάτια, να την κυλάει στα αποστειρωμένα του σεντόνια. 

Στο ίδιο μήκος κύματος με την ταινία του Μπερτολούτσι, η ταινία «ξεγέλασε» πολλούς με την ακραία σεξουαλικότητα της, με την παγωμένη της σκηνογραφία, και την επίπεδη απόδοση των χαρακτήρων. Μόνο που αν κοιτάξει κάποιος καλύτερα όλα αυτά συντελούν την ίδια την ταινία και βρίσκονται πάντα σε πρώτο πλάνο. Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να ψάξουμε καλά αλλά να κοιτάξουμε καλά τους ανθρώπους γύρω μας, την πόλη και τα πνιγηρά της χρώματα, τα άψυχα μηνύματα που ανταλλάσσουμε στα social networks, τον τρόπο που επιθυμούμε πια τον άλλον ζητώντας αντάλλαγμα. Η ταινία ζητάει να κοιτάξουμε καλά την επιδερμίδα του ήρωα ώστε να δούμε καλά πιο μέσα μας, αναταράσσοντας το σύγχρονο τρόπο που όλοι γίναμε κοσμοπολίτες, περιφερόμενοι σε εταιρείες, μπαρ, πλασματική πολυτέλεια, τον τρόπο που «ανδρωθήκαμε» να ερωτευόμαστε και να δεσμευόμαστε κρατώντας πάντα μια καχυποψία. 

Για όλα τα παραπάνω και για τον αντίλογο που αρκετοί μπορεί να έχουν, ο Mc Queen κατάφερε να μας χαρίσει την πρώτη επίσημα Κλασσική ταινία της δεκαετίας.

Στέλιος Μοίρας





 

1 σχόλιο:

  1. δεδομένων των εξαιρετικών κριτικών που πήρε η ταινία θα πρέπει να επισημάνουμε την προκλητική της απουσία απο τα πιο mainstream βραβεία, όπως τα Όσκαρ. Όχι οτι αυτά αποτελούν την αποδείξη αξίας ενός έργου απλώς δείχνει πώς οι Αμερικάνοι έχουν ακόμη αλλεργία σε ότι έργο προβάλει τον κενό και αποξενωμένο κόσμο που κατασκέυασαν και συντηρούν παρανοϊκά.
    να θυμήσουμε το FIGHT CLUB, τον ΤΑΞΙΤΖΗ, την 25Η ΩΡΑ, το ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΩΡΑ κ.α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Πρόταση εβδομάδας: BABY DRIVER

Ένας χαρισματικός, νεαρός οδηγός ληστειών (Ansel Elgort) αφήνεται στους ρυθμούς του δικού του soundtrack και γίνεται ο καλύτερος στην...