Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόταση dvd. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόταση dvd. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

Πρόταση dvd: Il capo dei cari (TV Mini series 2007)




Η σειρά είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Giuseppe D'Avanzo και του Attilio Bolzoni και παρουσιάζει τη ζωή του Salvatore Riina («Toto u Curtu»), ενός μαφιόζου από το ορεινό χωριό Corleone,στη Σικελία.

Ξεκινάει από την παιδική του ηλικία και φτάνει μέχρι την άνοδο του στην ιεραρχία, ώστε να θεωρείται "Ο αρχηγός των αρχηγών". 

Μετά τη σύλληψη του αρχηγού της μαφίας Luciano Liggio στην 16 Μαϊου του 1974, ο Ριίνα έγινε το απόλυτο αφεντικό. Επικεφαλής των Κορλεονέζων, δεν τα έβαλε μόνο με τις άλλες οικογένειες αλλά και με το κράτος: αστυνομικούς, εισαγγελείς και δικαστές.

 Το 1982 διέταξε τη δολοφονία του στρατηγού Κάρλο Αλμπέρτο Νταλά Κιέζα, ο οποίος έπειτα από τις επιτυχίες του εναντίον των Ερυθρών Ταξιαρχιών εστάλη στη Σικελία για να αντιμετωπίσει τη Μαφία. 

Τα τελευταία θύματα του Σαλβατόρε Ριίνα ήταν οι δικαστές Τζιοβάνι Φαλκόνε τον Μάιο του 1992 και Πάολο Μπορσελίνο δύο μήνες μετά.

Ο Σαλβατόρε Ριίνα, αφεντικό των αφεντικών της Μαφίας από το 1974 έως το 1993, όταν και συνελήφθη, καταδικάστηκε σε 13 φορές ισόβια για 150 δολοφονίες, 40 από τις οποίες τις εκτέλεσε προσωπικά! 

Ακόμα σήμερα παραμένει στην φυλακή.

Η μίνι-σειρά χωρίζεται σε 6 επεισόδια:

Επεισόδιο 1ο: 1943-1959
Επεισόδιο 2ο: 1963-1969
Επεισόδιο 3ο: 1969-1978
Επεισόδιο 4ο: 1979-1981
Επεισόδιο 5ο: 1982-1987
Επεισόδιο 6ο: 1988-1993

Το κάθε επεισόδιο έχει διάρκεια 1.40 λεπτά.

Πρωταγωνιστούν: Claudio Gioe, Daniele Liotti, Salvatore Lazzaro, Simona Cavallari











Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Πρόταση dvd: Λευκός Θεός (White God)




Ο «Λευκός Θεός» δεν είναι μια ακόμα ταινία για την αγάπη ενός ανθρώπου προς τον σκύλο του και το αντίστροφο είναι σίγουρα κάτι παραπάνω. Μια ταινία με πάρα πολλούς συμβολισμούς κατά των διακρίσεων και της καταπίεσης και υπέρ της ατομικής ελευθερίας και της αξιοπρέπειας, γυρισμένη όμως σαν ένα συναρπαστικό θρίλερ...

Ένα "αθώο" μέτρο που στόχο έχει να ελέγξει με ιδανικό τρόπο την εκτροφή σκύλων, μεροληπτώντας υπέρ των σκύλων ράτσας και φορολογώντας σκληρά τους ημίαιμους, έχει ως αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να παρατούν τους σκύλους τους στους δρόμους, κι έτσι τα καταφύγια ζώων σύντομα να πλημμυρίσουν από αδέσποτα. 



Η 13χρονη Λίλι αποχωρίζεται παρά την θέληση της, από τον αγαπημένο της σκύλο Χάγκεν, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει σε μια εχθρική Βουδαπέστη. Απελπισμένη τον αναζητά παντού για να τον σώσει αλλά και Χάγκεν την αναζητά χωρίς αποτέλεσμα, γνωρίζοντας παράλληλα το σκληρό "πρόσωπο" κάποιων ανθρώπων.

Το φιλμ κέρδισε το Βραβείο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στο 67ο Διεθνές Φεστιβάλ των Καννών, ενώ αποτέλεσε και την ταινία έναρξης του 55ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα η νέα ταινία του Μούντρουτσο, ήταν και η επίσημη πρόταση της Ουγγαρίας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας του 2015.

Δημήτρης Ταξάκης









Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόταση dvd: The Conformist

Του
Bernardo Bertolucci


Για τα φίδια που αλλάζουν το δέρμα τους

Οι κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η πολιτική, όλες αυτές οι επιστήμες έχουν εφεύρει όρους, τους έχουν αναλύσει και τους χρησιμοποιούν σαν λεκτικά οχήματα. Υπάρχουν επιχειρήματα, διαλεκτική, έρευνα, μια ανεξάντλητη μέχρι σήμερα κατάθεση απόψεων που ασχολείται με τον τρόπο λειτουργίας και συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Και υπάρχει και η εικόνα.

Η εικόνα ως απόδειξη, ως αίσθηση, ως μνήμη. Ως απαράλλακτο επιχείρημα.

Δεν είναι λίγες οι εικόνες ενός Κομφορμιστή που κουβαλά ο καθένας μας. Καθημερινά τώρα πια, σε μια περίοδο που η επιθυμία να παραμείνει κάποιος στον αφρό, τους βλέπουμε στο διπλανό γραφείο, στην γυάλινη πόρτα που ανοίγει μόνο για κατευθύνσεις, στην παρέα των φίλων που καθόμαστε και μιλάμε. Μέσα στο σπίτι μας την ώρα που τρώμε ή συνομιλούμε με τους δικούς μας ανθρώπους. 

Κυρίως στην τηλεόραση, να στέκονται χωρίς να καμπουριάζουν, με έναν κόμπο γραβάτας ή το ταγιέρ, σφιχτά όσο το βλέμμα τους, με μια επίπλαστη άνεση που οφείλεται στο γεγονός της επίγνωσης ότι τους παρακολουθούν οι δικοί τους. Προχθές πολλοί από αυτούς ορκίστηκαν, με την μανία στα μάτια που τους βοήθησε να μεταπηδήσουν από ένα ρεύμα σε άλλο. Ο κομφορμιστής έχει χάρη, γοητεία, ευμετάβλητη άποψη, δυναμική ετοιμότητα, κουβαλά κάτω από τα ρούχα του το δέρμα του χαμαιλέοντα αλλάζοντας στο φως ή στο σκοτάδι εδώ και δεκαετίες. Κυρίως σε αυτές που άλλαζε ξαφνικά ο κόσμος. 

Το αριστούργημα του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη είναι μια από τις περιπτώσεις που η τέχνη για άλλη μια φορά στέκεται ανώτερη από τις επιστήμες. Η εικόνα και η ποίηση ως ντοκουμέντα και ως οικουμενικές αλήθειες. Η αλήθεια που ενώ τη βλέπεις μπροστά σου, είναι δύσκολο να την περιγράψεις. Μέσα από την κορυφαία του ίσως δημιουργία, ο Μπερτολούτσι βάζει στα πλάνα του όλη τη μικρότητα του Κομφορμιστή, μέσα σε τεράστια γραφειοκρατικά κτίρια(σαν μοτίβα του ΝτεΚίρικο ή του Νταλί), ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους που επένδυαν στον ερωτισμό και τη διαφορετικότητα. Κυρίως όμως βάζει τον Κομφορμιστή μπροστά στο φόβο του να αντιδράσει την ώρα που παρακολουθεί τη φρίκη που ο ίδιος δημιούργησε (με τη σκηνή του δάσους να είναι μια από τις καλύτερες σεκανς του παγκόσμιου κινηματογράφου). 

Πέραν της κινηματογραφικής αξίας και αρτιότητας της ταινίας(με τη φωτογραφία του Στοράρο να είναι σχεδόν ολόκληρη η σκηνοθεσία) ο Μπερτολούτσι τραβάει την αλήθεια στο φως μέχρι το τέλος, καταλήγοντας να προβάλει πάνω στον πρωταγωνιστή του, το ένα και μοναδικό ύψιστο χαρακτηριστικό του Κομφορμιστή: τη Δειλία. Μια δειλία που φέρνει όμως αποτέλεσμα κι ας είναι αναλώσιμη. 

Ο Μπερτολούτσι μπορεί να χρησιμοποίησε ως καμβά την φασιστική Ιταλία, αλλά το έκανε την δεκαετία του ’70, τότε που όλοι βουτούσαν τη γλώσσα τους μέσα στον εκδημοκρατισμό, μόνο και μόνο για να τον κάνουν δικό τους και μετά να του αλλάξουν ορισμό.


by Rory















Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Πρόταση dvd: All is Lost


Του
J.C. Chandor



Just a spot in life


Κάποιος θα μπορούσε να πει-αν και πάντα υπονοείται-πώς η ζωή είναι μονάχα σημεία, μια πορεία από το Α στο Β και πέρα, μέχρι να βρεθούν οι άκρες. Οι άκρες που μας καθορίζουν και ορίζουν αυτό που απλά είμαστε, αυτό που πρέπει ή αναγκαζόμαστε να δεχθούμε ότι είμαστε. Πάνω σε αυτή την απλή διαπίστωση ο νεαρός σκηνοθέτης J.C. Chandor στη δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, στήνει μια εξαιρετικού υπαρξιακού συμβολισμού δημιουργία που απαιτεί από τον θεατή να σταθεί στην ταινία όχι μόνο σε ρεαλιστικό επίπεδο αλλά περισσότερο σε φιλοσοφικό, αν επιθυμεί να δει κάτι παραπάνω από το δεδομένο.


Ο αντι-ήρωας του σκηνοθέτη δεν έχει όνομα, δε μαθαίνουμε ποτέ από που είναι, ποιός είναι, γιατί βρέθηκε στη θάλασσα να πλέει με το ιστιοφόρο του και που πηγαίνει. Ξεκινά μονάχα με μια εξομολόγηση που δε ξέρουμε καν σε ποιόν την απευθύνει. Λέει πώς «όλα χάθηκαν εδώ» και ζητάει συγνώμη. Η ταινία μοιάζει σε αυτό και μόνο το σημείο να έχει ολοκληρώσει το νόημα της με έναν επαναστατικό τρόπο μιας και με τόλμη αγγίζει την έννοια του «χρέον», αυτού που ο Καστοριάδης εξήγησε ως χρέος του ανθρώπου απέναντι στη ζωή, την ύβρι που συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή υπάρχουμε.

Ξαφνικά ένα παρατημένο πλεούμενο κοντέινερ θα χτυπήσει το σκάφος του πρωταγωνιστή. Από εκείνο το σημείο και μετά ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας προσπάθειας που από την αρχή κουβαλά κάτι το μοιραίο, το αναπόφευκτο. Και κάπου εδώ αρχίζει η συνάντηση της Οδύσσειας με το Γέρο και η θάλασσα του Χέμινγουει. Ο «Κανένας» του Οδυσσέα, του ανθρώπου που έχει ξεμείνει από παρελθόν και παλεύει να φτάσει το μέλλον, και ένας άλλος, ένας γέρος που ο αγώνας του να φτάσει ένα τεράστιο ψάρι ως τη στεριά σε πείσμα του κουράγιου του, και οι δύο αυτές άχρονες φιγούρες συναντώνται στο βλέμμα και την προσπάθεια του Robert Redford (σε μια θηριώδη ερμηνεία εδώ) να κατανοήσει τι του συμβαίνει καθώς αναγκάζεται να μπαλώσει το σκάφος, να το αποχωριστεί, να το δει να βουλιάζει τρίζοντας τα ξύλα του σαν τα δικά του ανθρώπινα και γέρικα κόκαλα. Να αρχίσει να πενθεί για αυτό που χάνεται και που μπροστά στον ωκεανό, φυσικό και συμβολικό περιβάλλον για τη ζωή, φαίνεται να είναι ένα τίποτα. Το κουράγιο εξανεμίζεται, η δύναμη εγκαταλείπει, και κάθε στιγμή υπάρχει ένα σημείο να φτάσει, κάτι καινούργιο να κατακτήσει με σκοπό να κρατήσει αυτό το σώμα, αυτή την ύπαρξη σε ενέργεια. Όλα συνεχίζουν...όλα αρχίζουν να αναμένονται...η σωτηρία...η εύρεση κάποιου να τον σώσει...Ο πρωταγωνιστής όλο και βρίσκεται πιο εκτεθειμένος, από το σκάφος σε μια σωσίβιο λέμβο και από κει μέσα στη θάλασσα, με το χώρο του να μικραίνει, η ατομική του γεωγραφία να συρρικνώνεται. Και όλα αυτά ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης να αφήνει να συμβαίνουν μόνο και μόνο για να φτάσει ο αντι-ήρωας του να γίνει Άνθρωπος, να δεχθεί αυτό που είναι αποφασίζοντας να περάσει στην μόνη ελεύθερη πράξη που κατέχει ο άνθρωπος.

Μετά την Νεμπράσκα του Α. Πέιν, εδώ, στο Όλα χάθηκαν του Τσαντόρ, διαφαίνεται ένα κινηματογραφικό όραμα να έρθει πάλι ο άνθρωπος στο μέτρο που του αξίζει. Που είναι. Απλά ένας αγώνας που η κατανόηση του όμως και μόνο είναι πιο σημαντική και από την ίδια την πορεία του. Αν η ταινία είχε διαφορετικό φινάλε θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια μεγαλειώδη δημιουργία.



by Rory











Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Πρόταση dvd: Η Τέλεια Ομορφιά

Του

Paolo Sorrentino


… για στον χαμένο εαυτό

Η ποίηση παραμένει ακόμη μια δύσκολη οδός, μια βασιλική οδός όπως τα όνειρα. Μέσα σε αποσπασματικά λόγια και λέξεις συμβολικές κρύβεται μια Άλλη υπόγεια ζωή, μια παράλληλη ανθρώπινη φύση που κυλάει πίσω από τα κτίρια που μπαινοβγαίνει ο καθένας, κάτω από τα μάτια που κοιτούν συμβατικά, μέσα στους νευρώνες που αλλάζουν ηλικίες. Η ποίηση ίσως είναι ο Χρόνος που αντί για γραμμικός γίνεται στάσιμος ή φωτογραφικός, αφήνοντας μας για λίγο Εκεί, στα μέρη και τα σημεία που άξαφνα πέφτουμε πάνω σε ένα πλάσμα όμοιο μας, που μιλάει άλλη γλώσσα, που απλόχερα δέχεται τα λάθη και τη μοναξιά. Που απλά αποδέχεται την αλλαγή και τη φθορά.

Τα πάντα φθίνουν και αλλάζουν όταν αρχίζεις να πατάς και με τα δύο πόδια στην πραγματικότητα, όταν φοβικά την αποδέχεσαι και τη διαμορφώνεις με τη λογική, αποκυρήσσοντας τον πρώιμο εαυτό, όταν η λάσπη καλύπτεται με μετάξι, όταν οι τρόποι στρογγυλεύουν για τη συμπάθεια, όταν το θράσος γίνεται αμηχανία, τη στιγμή που αφήνεις όλα τα μπλα… μπλα… μπλά όπως λέει ο ήρωας του Σορεντίνο, να καλύψουν την αγωνία σου να υπάρχεις μέσα στον κόσμο.



Η ταινία του σημαντικού Ιταλού δημιουργού είναι μια κάθετη καταδίκη της προηγούμενης γενιάς, αυτής που διασκέδασε νευρωτικά, που σκότωσε κάθε αισθητική νομίζοντας πώς έπλασε τον κόσμο από την αρχή, έναν επίγειο Παράδεισο όπου η πρώην εργατική τάξη μπορούσε να μπει με καινούργια ρούχα και μπότοξ, με λαγνεία και αστείρευτη σαγήνη.

Σε μια Ρώμη που θα μπορούσε να είναι η κάθε εξιδανικευμένη αστική μητρόπολη, ένα σύμβολο επιτυχίας και κλάσης, όπως άλλοτε η Αθήνα ή η Νέα Υόρκη, ο Σορεντίνο βάζει τον ήρωα του, ένα κινούμενο μεσήλικο φάντασμα, να την ανακαλύπτει από την αρχή. Τα πιο όμορφα σημεία της, τις καθαρές πηγές της, τα άφθαρτα τοπία της που κουβαλούν κάτι πρωτόγονο και άρα αθώο, αμετάβλητα, αιώνια και άρα όμορφα, άφθαρτα σε σχέση με αυτόν που πια στα 50 του «σέρνεται» ακόμη μέσα στο στιγμιαίο, παρέα με κέρινα ομοιώματα ανθρώπων που λιώνουν την ημέρα αλλά ανασυστήνονται τη νύχτα, τη νύχτα που συμβολίζει την ενέργεια, την στιγμιαία ψυχική αθανασία(sic), με τα λόγια να μην έχουν συνοχή, με τα άτομα να είναι «βρικόλακες» με λακωνικά ψελλίσματα και σωματική μονάχα διέγερση.

Τη μέρα όμως δεν μπορεί να κρυφτεί τίποτα. Τη μέρα το σώμα ξυπνάει με την αλήθεια του και οι ρυθμοί υπενθυμίζουν πόσο μακριά έχεις φτάσει. Πόσο μακριά είναι το τέλειο που κυνηγάς… and you run and you run to catch up with the sun but is sinking…

Αν ακόμη έχει μείνει δύναμη γυρνάς πίσω, πολύ πίσω. Να βρεις εκείνο το αγόρι, εκείνο το κορίτσι…

Να βρεις ένα τέχνασμα.

Στέλιος Μοίρας








Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Πρόταση dvd: Before Midnight

Του

Richard Linklater



Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα.
                                      Πάντοτε σε περίμενα.
Τ. Λειβαδίτης

Η λευκή οθόνη είναι ένα κενό, ένας άδειος καμβάς, ένα άλμπουμ κι ένας τεράστιος τοίχος μουσείου που σαν καθίσεις μπροστά του αρχίζει και ζωντανεύει. Το βλέμμα μας τον κάνει ευμετάβλητο και αυτός αντίστοιχα κάνει ευμετάβλητη την ψυχική μας κατάσταση. Μέσα από τη δισδιάστατη αναπαράσταση καταφέρνει να απορροφά κάθε κρυφή προβολή που κάνουμε μέσα στην σκοτεινή αίθουσα. Καταφέρνει να συγκινήσει εμάς, τους τρισδιάστατους, που αναζητούμε ιστορίες να ταυτιστούμε, χαρακτήρες να μας μοιάζουν, φινάλε που θα μας βγάλουν από τη δική μας αναμονή για κάποιο τέλος. Το οποιοδήποτε.

Αυτές ήταν κάποιες πρώτες σκέψεις που έτρεχαν στο μυαλό μου καθώς παρακολουθούσα το Πριν τα Μεσάνυχτα φέτος το καλοκαίρι, σε ένα σχεδόν άδειο θερινό σινεμά, με τη δροσιά και τη νύχτα να μετατρέπει την οθόνη σε ένα θέαμα «μόνο για εμένα». Σίγουρα μετά την κυκλοφορία της ταινίας έχουν γραφτεί αρκετά διθυραμβικά σχόλια, οι κριτικές ήταν οικουμενικές, ενώ και εισπρακτικά η ταινία του θαυμάσιου τρίδυμου(Hawk-Delpy-Linklater) ξεπέρασε κάθε προσδοκία.



Κάποιες ταινίες απλά ΕΙΝΑΙ ο κινηματογράφος, αποτελούν αυτό για το οποίο ο κόσμος πάει ακόμη σινεμά. Όταν πέρσι πάλι μέσα από την σελίδα μας είχα προτείνει τις  δύο πρώτες ταινίες, έγινε ήταν γιατί η συγκεκριμένη ιστορία ήταν ακόμη σε συνέχεια, σαν τα βιβλία του συγγραφέα πρωταγωνιστή. Ένα βιβλίο κάθε φορά για το σημείο που βρισκόταν απέναντι στον έρωτα της ζωής του, έτσι που το σενάριο δεν είναι απλά εργαλείο αλλά η ίδια η συνέχεια ενός προσώπου που μεγαλώνει και οι χαρακτήρες δεν αποτελούν 2 αστέρες που εκτελούν ρόλους, αλλά ένα ζευγάρι που είναι γνωστοί μας και εμείς χάνουμε νέα τους, ξαναπέφτοντας πάνω τους μετά από χρόνια, αναζητώντας να μάθουμε τι έγινε στο ενδιάμεσο! Η τριλογία του Linklater καταφέρνει ακριβώς αυτό το πράγμα. Παίρνοντας ένα σπάνιο και ρομαντικό στιγμιότυπο, επέμεινε με ζήλο να το εξελίσσει, να το δουλέψει και να το κρατήσει ζωντανό απέναντι σε κάθε κυνισμό και κακόβουλη οπτική που θέλει να νομίζουμε πως ο έρωτας κάποια στιγμή φεύγει ή γίνεται γραφική νοοτροπία.

Ο Τζέσι και η Σελίν είναι πια σαραντάρηδες, κουβαλούν μεσήλικες νευρώσεις, μεσήλικες φοβίες, άγχη καθημερινότητας, κουβαλούν ταυτόχρονα τα στερεότυπα του χαρακτήρα τους που ξέρουμε. Σε μια συνεχόμενη στιχομυθία που αποκαλύπτει όσα έχουν γίνει μέσα σε 9 χρόνια, τους συναντούμε να αποκαλύπτουν τη ρουτίνα τους, τις συγκρούσεις τους. Τώρα που πια έχουν ο ένας τον άλλον και ο αγώνας για κατάκτηση έχει τελειώσει, μιλούν για τον αγώνα να μείνουν κατανοητοί μεταξύ τους, να αναπολούν το δρόμο που τους έφερε μέχρι εκεί, να προσπαθούν ακόμη να ξεκλειδώσουν τα λόγια που ανταλλάσσουν. Βασικά να κινούν τα συναισθήματα τους μέσα στη στασιμότητα που είναι μια σταθερή οικογενειακή ζωή με υποχρεώσεις. Η ταινία γίνεται βαριά, αποκτά νύχια σε στιγμές και τρομάζει τον θεατή αφού αναδύονται συγκρούσεις και μια αίσθηση τέλους…το ζευγάρι που ξέρουμε είναι φθαρτό και γραφικό, αλλά…

Η ταινία είναι η καλύτερη της τριλογίας γιατί είναι και πιο αληθινή. Είναι ένας ύμνος πάνω στην μυστική ρουτίνα κάθε έρωτα, στο αιώνιο και το άχρονο συναίσθημα που θέλει την ιστορία να διαλαλεί τις δυσκολίες αλλά να κρατά κρυφές τις στιγμές που άρχισαν όλα, προστατεύοντας τα από απαισιόδοξα μάτια. Είναι αυτό που όλοι ξέρουμε και ψάχνουμε αλλά δε το λέμε, και ευτυχώς το είπε ο κινηματογράφος για εμάς!



by Rory









Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Πρόταση dvd: The Place Beyond The Pines

Του


Derek Cianfrance



Όλα για την «οικογένεια»

Πώς ορίζεται ο καθένας; Τι είναι αυτό που συνεχίζει καθορίζοντας τον, διαμορφώνοντας κρυφά κάποιου είδους συναισθηματικής ανατομίας; Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας του Cianfrance τα παραπάνω ερωτήματα είναι έκδηλα.



Σε μια ταινία που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί το μελλοντικό της εκτόπισμα στον κινηματογράφο από τώρα, ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος τοποθετούν τον κεντρικό ήρωα(Ryan Gosling), που γρήγορα θα συνεχίσει να υπάρχει από ένα σημείο και μετά σαν Νέμεσις(σαν μνήμη διώκτης), ως ένα άδειο δοχείο που περιφέρεται μέχρι να συναντήσει ένα σημείο καθρέφτισης, γιατί μόνο τότε οριζόμαστε, όταν μπορούμε να καθρεφτιστούμε μέσα στον άλλον. Μαθαίνοντας ότι είναι πατέρας θα ξεκινήσει να ληστεύει τράπεζες ώστε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.Να είναι σωστός πατέρας. Να έχει ένα στόχο, ένα νόημα.

Στον αντίποδα βρίσκουμε τον έτερο πρωταγωνιστή(Bradley Cooper) να τα έχει αυτά δεδομένα, έτοιμα, στρωμένα  όντας αστυνομικός και γιος δικαστή. Σε αυτό το σημείο είναι που η ταινία αποκαλύπτει σταδιακά την καταγωγή της από την τραγωδία.

Στο πρώτο μισό όλα έχουν να κάνουν με την οικογένεια, όπως αυτή σχηματίζεται μέσα μας, όπως την επιδιώκουμε ως εσωτερικό αντικείμενο. Ως βάση, κάτι που φεύγουμε μακριά του σε κομμάτια αλλά μπορούμε να γυρίσουμε σε αυτήν πλήρεις και ασφαλείς.



Στο δεύτερο μισό ο σκηνοθέτης διαλέγει άρτια να στήσει το δράμα του πάνω στην οικογένεια όπως την ορίζουμε έξω από εμάς, σαν θέση, ρόλο, αυτοϊκανοποίηση, βιτρίνα. Και κάπου εδώ η ιστορία αποκτά το βάρος ενός πολιτικο-κοινωνικού θρίλερ, φεύγοντας από το συναισθηματισμό, επιλέγοντας να καταδείξει τον κυνισμό και τα φθαρτά κίνητρα που κουβαλάμε. Η «οικογένεια» του ήρωα που υποδύεται ο Κούπερ, γίνεται αυτόματα ο κύκλος του: η αστυνομία, η κοινότητα, η εικόνα του. Και αυτή είναι η αληθινή οικογένεια που για εκείνον πρέπει να προστατευτεί κρύβοντας σκελετούς στο ντουλάπι.



Ο σκηνοθέτης αποδεικνύει την ωριμότητα του επιλέγοντας να συνεχίσει όμως και πέρα από αυτό ευτυχώς. Παίρνει εμφανής θέση στον τρόπο που η κοινωνία είναι χωρισμένη σε «κάστες», κοινωνικές και ταξικές καταγωγές, βάζοντας αυτή τη διχοτόμηση στα πρόσωπα δύο αγοριών, που συνεχίζουν το παρελθόν των πατεράδων τους μέσα από τη δική τους τυχαία συνάντηση και σχέση. Εκεί ο Σιανφράνς δεν χαρίζεται, διαχωρίζοντας το καλοζωισμένο αστόπαιδο με τις πλάτες του πατέρα του που είναι πια εισαγγελέας, που τα νομίζει όλα χαλαρά και εύκολα, παρασέρνοντας τους άλλους μόνο και μόνο επειδή δίπλα του αποκτούν μια επίγευση παντοδυναμίας, από το φίλο του που δε γνωρίζει τον πατέρα του, δεν έχει ζωντανές ρίζες, δεν έχει εσωτερικό αντικείμενο.

Η ταινία αποκτά κορύφωση προς το τέλος, αντίθετα με τις επιφανειακές κριτικές που της πρόσαψαν πολλοί κριτικοί ότι είναι αργή μόνο και μόνο επειδή αρνήθηκαν να σκάψουν κάτω από τη δική τους εξεζητημένη κινηματογραφική οπτική. 

Η οικογένεια είναι ένα φάντασμα. Μια ιδέα που φτιάχνεται από την προσπάθεια της πλήρωσης και από την γνώση της απώλειας. Έχει δικό της χρόνο, δική της εκδίκηση και δική της αίσθηση συνέχειας.

Και αυτή η ταινία είναι μια από τις κορυφαίες της δεκαετίας.

Στέλιος Μοίρας











Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Πρόταση dvd: Το Κυνήγι

Του

Thomas Vinterberg


Υπόγειο Στίγμα

Υπάρχει συνήθως μια τάση των Βόρειων να προσεγγίζουν με κυνικότητα και ταυτόχρονα με ψυχραιμία, δύσκολα και σκληρά θέματα. Ποιος θα ξεχάσει ταινίες όπως το Evil του 2003, Το Κύμα, κάθε ταινία του Χάνεκε όπως η Λευκή Κορδέλα, το Dogville του Τρίερ. Μοιάζει λες και οι αγαπημένοι μας «ψυχροί» δημιουργοί γνωρίζουν πολύ καλά τι κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του και κάθε φορά κάποιος από αυτούς διαλέγει να μας το σερβίρει τόσο αριστοτεχνικά και βίαια που μοιάζει να εντυπώνεται στον θεατή σαν στίγμα. Στην παραπάνω κατηγορία δημιουργών ανήκει και ο σταθερά ανοδικός Τόμας Βίντερμπέργκ, που μοιάζει να απομένει πια ο καλύτερος Δανός σκηνοθέτης, μιας ο Τρίερ ασχολείται περισσότερο με ψυχαναλυτικές εμμονές παρά με μια ξεκάθαρη θεματολογία.

Ο Βίντενμπεργκ δεν είναι καθόλου άγνωστος για την «βίαιη» σκοπιά και θεματολογία του. Με ταινίες όπως η Οικογενειακή Γιορτή και το Submarino διαλέγει πάντα να κάνει κοντινά και να ξεσκεπάζει αρκετές από τις υποκριτικές, σαδιστικές πτυχές του ανθρώπου, με έναν τρόπο που κάποιες φορές θυμίζει την στάση του Bergman απέναντι στους ήρωες του και στην συντηρητική βόρεια κοινωνία.

Το εδώ προτεινόμενο Κυνήγι δεν είναι καθόλου μια εύκολη ταινία να περιγράψει κάποιος, πόσο μαλλον να προσεγγίσει. Η υπόθεση ενός μικρού κοριτσιού που αφήνει υπόνοιες ότι παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από έναν κοντινό της άνθρωπο και η αντίδραση της μικρής χωρικής κοινότητας απέναντι σε αυτόν, δίνει στον σκηνοθέτη την ευκαιρία να παραμείνει αιρετικός και «εκδικητικός» θα λέγαμε απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία να εξαπλώνει με ταχύτητα την οργή της, την προκατάληψη της, την τάση της να απομονώνει. Αυτό έχει σημασία γιατί ο σκηνοθέτης δείχνει από την αρχή ποια είναι η αλήθεια αφήνοντας μας «δεμένους» στην καρέκλα μας να παρακολουθούμε τα πάθη του πρωταγωνιστή, αδύναμος όπως είναι απέναντι σε ένα ανθρωποφαγικό κρεσέντο μιας κοινωνίας που δεν ακολοθουθει τις ενδείξεις αλλά καθαρά τις πεποιθήσεις της, όχι τα στοιχεία αλλά το επικαλούμενο συναίσθημα. Ταυτόχρονα ο Βίντερμπεργκ παραμένει αιρετικός αφού επιλέγει να μην υποτιμά την παιδική ηλικία, τις ιδιαίτερες ψυχικές διακυμάνσεις της, την αγώνια και τις ενοχές που αυτή κουβάλα απέναντι στη δύναμη και την εμμονή των μεγάλων.

Η ταινία δεν αποτελεί καθόλου την εξιστόρηση ενός ευαίσθητου σκανδάλου. Καταδεικνύει τον τρόπο που κατασκευάζεται ένα στίγμα, που υιοθετείται, που κουβαλιέται υποσυνείδητα μέσα μας, που συντηρείται εν τέλει. Μα πιο πολύ δείχνει πώς οι άνθρωποι, μικροί-μεγάλοι, μπορούν να είναι το ίδιο απίστευτα σκληροί, με ένα ταλέντο να δημιουργούμε δίνες, κακό, μόνο και μόνο επειδή πληγωθήκαμε ή ζητήσαμε κάποιον να μας ακούσει.



by Rory













Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Πρόταση dvd: Stoker

Του

Park Chan-wook


Εν αρχή… η απώλεια

Την τελευταία χρονιά θα μπορούσαμε να πούμε πώς ο ιδιαίτερος Κορεάτης δημιουργός Παρκ Τσαν Γουκ βρίσκεται στην επικαιρότητα για λάθος λόγους, όπως αυτός του ριμέικ του Oldboy από τον Σπάικ Λι. Μπορεί η σφραγίδα που άφησε το νοσηρό του παραμύθι να έχει μείνει ανεξίτηλη και πια να έχει cult status αλλά να που το 2013 ο Κορεάτης με τη διαστροφική ματιά στο πρώτο του αγγλόφωνο ντεμπούτο παρέδωσε για άλλη μια φορά μαθήματα σκηνοθεσίας και τρομακτικής οπτικής πάνω στην εκδίκηση(ένα αγαπημένο του θέμα) και στην ενηλικίωση.

Όλα ξεκινούν από μια κηδεία, αυτή του πατέρα, την ημέρα των 18ων γενεθλίων της Ίντια(με την Mia Wasikowska σε ένα άρρωστο και αθόρυβο ερμηνευτικό ρόλο που την έφερε ευτυχώς στην επικαιρότητα). Γύρω της η μητέρα(Νικόλ Κίντμαν και πάλι στα καλύτερα της), ένα τεράστιο κάστρο για σπίτι, έξω ένα σκοτεινό και δάσος όπου πήγαινε για κυνήγι με τον πατέρα της και ξαφνικά η έλευση του για χρόνια άγνωστου, μυστηριώδη θείου της και αδερφό του πατέρα της(O Matthiew Goode του Matchpoint).

Πάνω σε αυτή την παλέτα χτίζεται ένα από τα πιο άριστα σενάρια των τελευταίων ετών από τον πρώην πρωταγωνιστή του Prison Break, Wentworth Miller. Ένας άνδρας όμοιος αυτού που φεύγει παίρνει τη θέση του κινούμενος σαν ένα φάντασμα με μυστικά ανάμεσα στις δυο γυναίκες που κάθε μία προβάλλει πάνω του κάτι από την σαρκική απώλεια του πατέρα. Ξαφνικά ο μυστηριώδης θείος αλλάζει συμβολικές μορφές, από την αρσενική φιγούρα που γεμίζει το σπίτι στην αρρενωπή που καταφέρνει και γεμίζει την απελπισία της μητέρας και την εφηβική κυκλοθυμική περιέργεια της έφηβης κόρης. Και οι δύο τον διεκδικούν μέσα από μια ψυχεδελική, σχεδόν βουβή βία βλεμμάτων, αγγιγμάτων που ο Κορεάτης σκηνοθέτης με την άρτια στυλιστικότητα και την άγρια προσέγγιση του ερωτισμού από το φακό του μετατρέπει σε ένα διαστροφικό παιχνίδι ενηλικίωσης της έφηβης. Τα πάντα μοιάζουν να μεγεθύνονται: οι ήχοι, οι κόρες των ματιών, το κατάπιομα ενός κρασιού, όλα μεγεθυμένα μέσα από την αισθητηριακή επανάσταση και εμμονή της εφηβείας. Από το δάσος που είναι η άγρια ελευθερία και ο μυστικισμός της αθωότητας η πρωταγωνίστρια αρχίζει να κινείται στα δωμάτια, στους τοίχους με ακατάληπτους και  άγριους, προβλέψιμους ενήλικες που διεκδικούν κάτι από αυτήν, άλλος την αφοσίωση, τον ανταγωνισμό και άλλος την διαβολή, την σεξουαλική επαγρύπνηση, την άγρια εισαγωγή στην ενήλικη ασυναισθησία.

Η ταινία σταδιακά λαμβάνει διαστάσεις πραγματικού θρίλερ. Ο θείος γίνεται συμβολικά και κυριολεκτικά το χέρι της έφηβης που μέσα από την εικόνα του ζωντανεύει τον πατέρα της, ένα κυνηγό, για να πάρει μακριά της ότι απειλητικό υπάρχει για αυτήν, τα αγόρια που την προσβάλλουν και της φέρονται σεξιστικά, τη μητέρα που την ανταγωνίζεται και πάντα διεκδικούσε τον πατέρα της από αυτήν. Δεν είναι τυχαίο που κάθε φόνος στη ταινία γίνεται με ζώνη ένα κατεξοχήν πατρικό σύμβολο βίας για τις κοινωνίες. Ο Πατέρας «επιστρέφει» (με το επίθετο του Stoker να κλείνει το μάτι στην έννοια του Stalker που σημαίνει διώκτης) αφανίζοντας κάθε απειλή, η σαγήνη του θείου και ο ενεργοποιημένος ερωτισμός της μητέρας τους κάνουν θελκτικούς και προσιτούς στην έφηβη διεγείροντας το σώμα της και τις φαντασιώσεις, μεταμορφώνοντας την σε ενήλικη και εν τέλει σε Γυναίκα επικίνδυνη, ερωτική.

Για τον Παρκ Τσαν Γουκ είναι γνωστό πώς ο θάνατος είναι πάντα μια μετάβαση. Η ίδια η απώλεια είναι μια μετάβαση σε κάποιου είδους διαστροφική ελευθερία, και η εφηβεία είναι κι αυτή γεμάτη από τέτοιες καθορίζοντας πολλές φορές ποιοι θα γίνουμε…


  by Rory











Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Πρόταση dvd: Πειρατεία στον Ωκεανό

Του



Tobias Lindholm


The safety of being out of range


H Ευρώπη-ο κινηματογράφος της και όχι το φρούριο που είναι-είχε για άλλη μια φορά το θάρρος να φέρει στις οθόνες μας μια ιστορία που ήδη το Hollywood μαθαίνουμε ότι καπηλεύεται. Από την πένα και τη σκηνοθετική ματιά του σεναριογράφου της επιτυχημένης σειράς  Borgen και σταθερού συνεργάτη του Thomas Vindeberg(Submarino, The Hunt) ήρθε το 2012 μια ταινία που για πρώτη φορά ασχολήθηκε ουσιαστικά με ένα καθεστώς πειρατείας φορτηγού πλοίου στον Ινδικό ωκεανό, ένα όλο και πιο συχνό φαινόμενο στις μέρες μας.

Ο Lindholm επιλέγει όχι τη δράση, όπως θα μπορούσε να περιμένει κάποιος, με συγκρούσεις μεταξύ πληρώματος και πειρατών, αλλά μια διακριτική και ρεαλιστική αντιπαραβολή του νεκρού χρόνου των ομήρων και του επιχειρηματικού χρόνου των διευθυντικών στελεχών της ναυτιλιακής εταιρείας κατά τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης. Ο δημιουργός δεν υιοθετεί την προκατάληψη του ήρωα και αντι-ήρωα, ούτε του θύτη-θύματος μεταξύ του πληρώματος και των Σομαλών πειρατών. Όχι. Η ουσία και η δηκτικότητα του φιλμ του Δανού αφορά το δίπολο εργοδότη-εργαζόμενου. Το πλήρωμα δεν είναι το θύμα ενός όπλου, ενός «βάρβαρου» εγκληματία αλλά το θύμα του τρόπου που επιλέγει η εταιρεία, οι ψυχολόγοι της, το διοικητικό της συμβούλιο να χειριστούν την υπόθεση με το δικό τους χρόνο, πάσο, με τη δική τους μέθοδο επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης. Εξάλλου ακόμη και η πειρατεία έχει να κάνει με λίτρα, με λεφτά και σε αυτό η Ναυτιλιακή εταιρεία ρίχνει το βάρος της. Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες σκηνές αφορούν τη διαπραγμάτευση του Διευθυντή με μια κινέζικη εταιρεία και το παζάρι  πώλησης πλοίων πριν ακολουθήσει αυτή με τους πειρατές. Από τη αρχή γινόμαστε θεατές των εταίρων που κυκλοφορούν με ατσαλάκωτα κοστούμια στους φωτεινούς διαδρόμους της εταιρείας, κοιτάζοντας το λιμάνι σε αντίθεση με τους πνιγηρούς και λερούς χώρους ενός φορτηγού πλοίου, με τη θάλασσα εν κινήσει και τον χρόνο να παύει δημιουργώντας μια τρύπα αγωνίας.

Στη διάρκεια της ταινίας δημιουργείται θυμός, αγανάκτηση, αλλά αν ξεπεράσει κάποιος την ταύτιση με τους ομήρους θα παρατηρήσει το κυνικό σχόλιο του δημιουργού πάνω στις αντίθετες δυνάμεις και νοοτροπίες, πάνω στον τρόπο που έχουν οι πλούσιοι και εξ αποστάσεως υπεύθυνοι με αυτόν της real time και real life συνθήκης που αντιμετωπίζουν εργαζόμενοι. Οι πειρατές έρχονται σαν ένα σύμβολο αναρχικό και έξω από τα Πολιτισμένα Δυτικά πρότυπα, μια δύναμη επιβολής όπου ούτε η γραφειοκρατία αλλά ούτε και η επίκληση στο συναίσθημα μπορούν να σταματήσουν. Είναι το κακό που πάντα έρχεται αλλά κανείς δεν είναι έτοιμος να το αντιμετωπίσει, όμηρος των δικών του συμφερόντων.

By Rory







Πρόταση εβδομάδας: ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ( Killers of the Flower Moon )

  Βασισμένη στο δημοφιλές ομότιτλο best-seller μυθιστόρημα του David Grann, η ταινία “Killers of the Flower Moon” μας μεταφέρει στην Οκλαχόμ...