Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rory. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rory. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Πρόταση dvd: The Conformist

Του
Bernardo Bertolucci


Για τα φίδια που αλλάζουν το δέρμα τους

Οι κοινωνιολογία, η ψυχολογία, η πολιτική, όλες αυτές οι επιστήμες έχουν εφεύρει όρους, τους έχουν αναλύσει και τους χρησιμοποιούν σαν λεκτικά οχήματα. Υπάρχουν επιχειρήματα, διαλεκτική, έρευνα, μια ανεξάντλητη μέχρι σήμερα κατάθεση απόψεων που ασχολείται με τον τρόπο λειτουργίας και συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Και υπάρχει και η εικόνα.

Η εικόνα ως απόδειξη, ως αίσθηση, ως μνήμη. Ως απαράλλακτο επιχείρημα.

Δεν είναι λίγες οι εικόνες ενός Κομφορμιστή που κουβαλά ο καθένας μας. Καθημερινά τώρα πια, σε μια περίοδο που η επιθυμία να παραμείνει κάποιος στον αφρό, τους βλέπουμε στο διπλανό γραφείο, στην γυάλινη πόρτα που ανοίγει μόνο για κατευθύνσεις, στην παρέα των φίλων που καθόμαστε και μιλάμε. Μέσα στο σπίτι μας την ώρα που τρώμε ή συνομιλούμε με τους δικούς μας ανθρώπους. 

Κυρίως στην τηλεόραση, να στέκονται χωρίς να καμπουριάζουν, με έναν κόμπο γραβάτας ή το ταγιέρ, σφιχτά όσο το βλέμμα τους, με μια επίπλαστη άνεση που οφείλεται στο γεγονός της επίγνωσης ότι τους παρακολουθούν οι δικοί τους. Προχθές πολλοί από αυτούς ορκίστηκαν, με την μανία στα μάτια που τους βοήθησε να μεταπηδήσουν από ένα ρεύμα σε άλλο. Ο κομφορμιστής έχει χάρη, γοητεία, ευμετάβλητη άποψη, δυναμική ετοιμότητα, κουβαλά κάτω από τα ρούχα του το δέρμα του χαμαιλέοντα αλλάζοντας στο φως ή στο σκοτάδι εδώ και δεκαετίες. Κυρίως σε αυτές που άλλαζε ξαφνικά ο κόσμος. 

Το αριστούργημα του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη είναι μια από τις περιπτώσεις που η τέχνη για άλλη μια φορά στέκεται ανώτερη από τις επιστήμες. Η εικόνα και η ποίηση ως ντοκουμέντα και ως οικουμενικές αλήθειες. Η αλήθεια που ενώ τη βλέπεις μπροστά σου, είναι δύσκολο να την περιγράψεις. Μέσα από την κορυφαία του ίσως δημιουργία, ο Μπερτολούτσι βάζει στα πλάνα του όλη τη μικρότητα του Κομφορμιστή, μέσα σε τεράστια γραφειοκρατικά κτίρια(σαν μοτίβα του ΝτεΚίρικο ή του Νταλί), ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους που επένδυαν στον ερωτισμό και τη διαφορετικότητα. Κυρίως όμως βάζει τον Κομφορμιστή μπροστά στο φόβο του να αντιδράσει την ώρα που παρακολουθεί τη φρίκη που ο ίδιος δημιούργησε (με τη σκηνή του δάσους να είναι μια από τις καλύτερες σεκανς του παγκόσμιου κινηματογράφου). 

Πέραν της κινηματογραφικής αξίας και αρτιότητας της ταινίας(με τη φωτογραφία του Στοράρο να είναι σχεδόν ολόκληρη η σκηνοθεσία) ο Μπερτολούτσι τραβάει την αλήθεια στο φως μέχρι το τέλος, καταλήγοντας να προβάλει πάνω στον πρωταγωνιστή του, το ένα και μοναδικό ύψιστο χαρακτηριστικό του Κομφορμιστή: τη Δειλία. Μια δειλία που φέρνει όμως αποτέλεσμα κι ας είναι αναλώσιμη. 

Ο Μπερτολούτσι μπορεί να χρησιμοποίησε ως καμβά την φασιστική Ιταλία, αλλά το έκανε την δεκαετία του ’70, τότε που όλοι βουτούσαν τη γλώσσα τους μέσα στον εκδημοκρατισμό, μόνο και μόνο για να τον κάνουν δικό τους και μετά να του αλλάξουν ορισμό.


by Rory















Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Πρόταση dvd: All is Lost


Του
J.C. Chandor



Just a spot in life


Κάποιος θα μπορούσε να πει-αν και πάντα υπονοείται-πώς η ζωή είναι μονάχα σημεία, μια πορεία από το Α στο Β και πέρα, μέχρι να βρεθούν οι άκρες. Οι άκρες που μας καθορίζουν και ορίζουν αυτό που απλά είμαστε, αυτό που πρέπει ή αναγκαζόμαστε να δεχθούμε ότι είμαστε. Πάνω σε αυτή την απλή διαπίστωση ο νεαρός σκηνοθέτης J.C. Chandor στη δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, στήνει μια εξαιρετικού υπαρξιακού συμβολισμού δημιουργία που απαιτεί από τον θεατή να σταθεί στην ταινία όχι μόνο σε ρεαλιστικό επίπεδο αλλά περισσότερο σε φιλοσοφικό, αν επιθυμεί να δει κάτι παραπάνω από το δεδομένο.


Ο αντι-ήρωας του σκηνοθέτη δεν έχει όνομα, δε μαθαίνουμε ποτέ από που είναι, ποιός είναι, γιατί βρέθηκε στη θάλασσα να πλέει με το ιστιοφόρο του και που πηγαίνει. Ξεκινά μονάχα με μια εξομολόγηση που δε ξέρουμε καν σε ποιόν την απευθύνει. Λέει πώς «όλα χάθηκαν εδώ» και ζητάει συγνώμη. Η ταινία μοιάζει σε αυτό και μόνο το σημείο να έχει ολοκληρώσει το νόημα της με έναν επαναστατικό τρόπο μιας και με τόλμη αγγίζει την έννοια του «χρέον», αυτού που ο Καστοριάδης εξήγησε ως χρέος του ανθρώπου απέναντι στη ζωή, την ύβρι που συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή υπάρχουμε.

Ξαφνικά ένα παρατημένο πλεούμενο κοντέινερ θα χτυπήσει το σκάφος του πρωταγωνιστή. Από εκείνο το σημείο και μετά ο θεατής γίνεται μάρτυρας μιας προσπάθειας που από την αρχή κουβαλά κάτι το μοιραίο, το αναπόφευκτο. Και κάπου εδώ αρχίζει η συνάντηση της Οδύσσειας με το Γέρο και η θάλασσα του Χέμινγουει. Ο «Κανένας» του Οδυσσέα, του ανθρώπου που έχει ξεμείνει από παρελθόν και παλεύει να φτάσει το μέλλον, και ένας άλλος, ένας γέρος που ο αγώνας του να φτάσει ένα τεράστιο ψάρι ως τη στεριά σε πείσμα του κουράγιου του, και οι δύο αυτές άχρονες φιγούρες συναντώνται στο βλέμμα και την προσπάθεια του Robert Redford (σε μια θηριώδη ερμηνεία εδώ) να κατανοήσει τι του συμβαίνει καθώς αναγκάζεται να μπαλώσει το σκάφος, να το αποχωριστεί, να το δει να βουλιάζει τρίζοντας τα ξύλα του σαν τα δικά του ανθρώπινα και γέρικα κόκαλα. Να αρχίσει να πενθεί για αυτό που χάνεται και που μπροστά στον ωκεανό, φυσικό και συμβολικό περιβάλλον για τη ζωή, φαίνεται να είναι ένα τίποτα. Το κουράγιο εξανεμίζεται, η δύναμη εγκαταλείπει, και κάθε στιγμή υπάρχει ένα σημείο να φτάσει, κάτι καινούργιο να κατακτήσει με σκοπό να κρατήσει αυτό το σώμα, αυτή την ύπαρξη σε ενέργεια. Όλα συνεχίζουν...όλα αρχίζουν να αναμένονται...η σωτηρία...η εύρεση κάποιου να τον σώσει...Ο πρωταγωνιστής όλο και βρίσκεται πιο εκτεθειμένος, από το σκάφος σε μια σωσίβιο λέμβο και από κει μέσα στη θάλασσα, με το χώρο του να μικραίνει, η ατομική του γεωγραφία να συρρικνώνεται. Και όλα αυτά ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης να αφήνει να συμβαίνουν μόνο και μόνο για να φτάσει ο αντι-ήρωας του να γίνει Άνθρωπος, να δεχθεί αυτό που είναι αποφασίζοντας να περάσει στην μόνη ελεύθερη πράξη που κατέχει ο άνθρωπος.

Μετά την Νεμπράσκα του Α. Πέιν, εδώ, στο Όλα χάθηκαν του Τσαντόρ, διαφαίνεται ένα κινηματογραφικό όραμα να έρθει πάλι ο άνθρωπος στο μέτρο που του αξίζει. Που είναι. Απλά ένας αγώνας που η κατανόηση του όμως και μόνο είναι πιο σημαντική και από την ίδια την πορεία του. Αν η ταινία είχε διαφορετικό φινάλε θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια μεγαλειώδη δημιουργία.



by Rory











Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Κινηματογραφικός Αντικατοπτρισμός

Όταν το σινεμα εκθέτει την πραγματικότητα

Κάθε εποχή έχει τα όρια της και τους «ήρωες» της. Όπου ήρωες θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε, καθαρά σαρκαστικά, αυτούς που καταφέρνουν να καθορίσουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι υπόλοιποι θα προσπαθήσουν να προσαρμοστούν και να αντιμετωπίσουν το περιβάλλον που διαμορφώνεται «ηρωικά» από άλλους. Για να δούμε όμως, ποιοι είναι αυτοί ακριβώς;

Στο Νεοελληνικό λεξικό ως ορισμό βρίσκουμε:

Ήρωας, ο: ο υπέρμετρα ηρωικός άνθρωπος, που αψηφά κάθε κίνδυνο και μάχεται στην πρώτη γραμμή για την πατρίδα του ή την ιδεολογία

Ταυτόχρονα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι ο ηρωισμός ενδέχεται να μην διαμορφώνεται  μόνο από τις ίδιες τις πράξεις αλλά και από το συναίσθημα που προβάλλουν πάνω σε αυτές οι υπόλοιποι που παρακολουθούν, τις προβολές και τις ταυτίσεις που προσάπτει κάποιος σε μια πράξη, σε έναν βίο.

Σε μια εποχή «ειρήνης», όπως αυτή που φαινομενικά διανύουμε τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως στον δυτικό και δυτικοποιημένο κόσμο, επιτεύχθηκε τεχνηέντως μια διαστρέβλωση πάνω στον τρόπο που βρίσκουμε τους «ήρωες» μας. Που τους διαλέγουμε. Την δεκαετία του 1980, με τη ταχύτατη εξάπλωση και εδραίωση του γιαπισμού, πραγματοποιήθηκε μια απότομη μετάβαση από το καθαρά εργατικό προφίλ του μέσου πολίτη, από αυτόν που είναι εξαρτημένος μισθοδοτικά μέσα από πραγματικές εργασίες, σε εκείνο του Ατόμου που προσπαθεί και μπορεί μέσω του ρίσκου(«ηρωισμό) και της ανακατασκευής των εργασιακών σχέσεων από εργατολογικές σε καθαρά εργαλειακές. Η ιδεολόγια ήταν πια άλλου είδους όπως και η Πατρίδα πήρε άλλη υπόσταση. Το σώμα, ο αγώνας, το αίμα, η προσπάθεια που πολεμικά και μεταπολεμικά καθόριζαν την ύπαρξη αλλά και το μέτρο της επιβίωσης έδωσαν σταδιακά τη θέση τους στο μυαλό, τη σκέψη, την επικοινωνία, την φαντασία, στην ανταλλακτικότητα, σαν να χρώσταγε ο Παλαιός Κόσμος στον Καινούργιο μια περίοδο χάριτος. Το χρήμα από μέσον έγινε σύμβολο, ενώ η φυσική του αξία άρχισε να εξασθενεί γινόμενη μια καθαρά μαθηματική και ιστογραμματική ανάλυση. Κοινώς το χρήμα έγινε αέρας, μια ιδέα, με τη διαφορά όμως πως ο τρόπος συντήρησης αυτής της φιλοσοφίας χρειάστηκε να έχει πραγματικά θεμέλια συντήρησης, συγκεκριμένες πράξεις και ιδεολογίες.

Σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές της τελευταίας ταινίας του Μ.Σκορσεζε «Ο Λύκος της Wall Street», ο ήρωας που ερμηνεύει ο ΝτιΚάπριο φωνάζει: Λένε πώς η φτώχεια έχει αρχοντιά! Όχι δεν έχει! Εγώ σας ζητάω να λύσετε τα προβλήματα σας πλουτίζοντας!

Σε αυτήν ακριβώς την φράση βρίσκουμε τη σύγκρουση του Παλαιού με το Νέο. Το δόγμα που επικράτησε για το τι καθορίζει τον άνθρωπο, τον άνδρα, τη γυναίκα στον Καινουργιο ειρηνικό κόσμο της ιδιοκτησίας και της ιδιωτικότητας.

Σε χώρες όπως η Μπερλουσκονική Ιταλία του ‘80 και του ’90 και η Ελλάδα της μεταπολίτευσης υπήρξε μια ξαφνική έξαρση δημιουργίας νέων άτυπων δικτύων. Εκεί που κάποτε υπήρξε μόνο η οικογένεια ως υποστήριξη οικονομική, στεγαστική, δημιουργήθηκε η «οικογένεια» των συναδέλφων, των συνεργατών, των μέσων, των ανταλλακτικών σχέσεων αφήνοντας όμως να συντηρηθεί ο ένας και απαράλλαχτος κανόνας της οικογένειας. Η «omerta». Ταινίες όπως η τριλογία του «Νονού» αποτελούν σημαντικά κοινωνικοπολιτικά σχόλια για το πώς η οικονομία μπορεί να γίνει μια κοινοτική και συντεχνιακή επιχείρηση που όμως προστατεύεται από τους απαράβατους κανόνες μιας οικογένειας, όπως η αφοσίωση, η κάλυψη και η προστασία. Ας θυμηθούμε μόνο τους πρωταγωνιστές, όχι μόνο του Νονού αλλά και του Σημαδεμένου, του Casino και των GoodFellas, όπου καθώς εδραιώνονταν οικονομικά κατάφερναν να εισάγουν μέσα στον κόσμο τους, αυτόματα πολλές φορές και πιεστικά, τα υπόλοιπα μέλη του κύκλου τους, φίλους, συγγενείς, εξωσυζυγικές σχέσεις, συναδέλφους, ζώντας παρασιτικά δίπλα τους και ας θυμηθούμε ταυτόχρονα πρόσφατα σκάνδαλα με πολιτικούς, δημόσιους υπάλληλους, εκκλησιαστικούς παράγοντες να έχουν κατασκευάσει ένα οικογενειακό και συνεργατικό ιστό κέρδους όπου όλοι οφελούνται από όλους αρκεί να υπάρχει σιωπή και συγκάλυψη.

Αν υπάρχει μια καθολική αξία και άθλος δημιουργών όπως ο Σκορσέζε, ο Κόπολα και ο ΝτεΠάλμα, είναι ότι συνέλαβαν από νωρίς με το φακό τους, την γέννηση ενός ψυχισμού που κουβαλούσε τραύματα ναρκισσισμού και κοινωνικά απωθημένα, θέλοντας να απεκδυθεί την παλαιότερη μίζερη ζωή, το στίγμα της κοινωνικής τάξης και την εξίσωση όχι με μια άλλη, αλλά τη δημιουργία ενός παράλληλου σύμπαντος, με κανόνες και τιμωρίες, με πρωταγωνιστές και κομπάρσους. Οι συγκεκριμένοι σκηνοθέτες ηθελημένα ή άθελα τους προσωποποίησαν και ψυχογράφησαν την γέννηση του νέο-καπιταλισμού, την αδηφαγία που θα επικρατούσε τις επόμενες δεκαετίες.

Σήμερα βλέπουμε και πάλι να υπάρχει μια κινηματογραφική επιστροφή σε παρόμοιες θεματολογίες. Από τον Πληροφοριοδότη,  τη Μέρα Εκπαίδευσης μέχρι το Λύκο της Wall Street, το American Hustle, το The Counsellor και την Τελεια Ομορφιά του Σορεντίνο, συναντούμε και πάλι εξιστορήσεις ακμής και παρακμής ατόμων που δρούνε σε αυτό το παράλληλο σύμπαν της διαπλοκής, ρουφώντας τους ρυθμούς και το νέκταρ της παντοδυναμίας, καθορίζοντας την ζώη τους μέσα από το πρίσμα της τραγωδίας. Ένα σημαντικό στοιχείο που προκύπτει όμως ταυτόχρονα,  είναι ότι πρόκειται για ταινίες που ήταν αρκετά εμπορικές και απέκτησαν cult(με την έννοια της λατρείας) ακολουθία. Κάποιες έγιναν βιντεοπαιχνίδια, πόστερς, κούπες, αποφθέγματα των πρωταγωνιστών υπάρχουν στο διαδίκτυο, φτιάχτηκαν κοινότητες και φεστιβάλ προς τιμήν τους. Πέραν της κινηματογραφικής τους αξίας που είναι αναμφισβήτητη, οι συγκεκριμένες ταινίες φαίνεται να έπιασαν κάτι από την ηδονοβλεπτική χαρά του θεατή να παρακολουθεί όλο αυτό το σύμπαν μπροστά του, να αγγίζει νοητά την τραγωδία και τη μυθωδία των ηρώων αλλά να βγαίνει αλώβητος από το σινεμά, σχεδόν εξιλεωμένος.

Γιατί όμως αυτές οι ταινίες είχαν τόσο τεράστιο αντίκτυπο; Ήταν μόνο λόγω των νέων κινηματογραφικών δεδομένων που εισήγαγαν; Όχι μόνο. Ήταν επειδή καταφεραν και απέδωσαν τόσο γραφικά την ακμή και την παρακμή του ατομισμού μέσα σε μια κοινωνία που δε συγχωρεί όποιον την ξεγελά; Όχι μόνο. Η επιτυχία και η κληρονομιά αυτών των ταινιών οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στην ανομολόγητη και κρυφή ταύτιση του θεατή με τους ήρωες τους. Ο θεατής ξέρει που αναφέρεται ο σκηνοθέτης, ξέρει ότι ένα σενάριο βασίζεται σε αυτοβιογραφία, μπορεί και συνδέει το κινηματογραφικό προφίλ με το πραγματικό που παρελαύνει από τις ειδήσεις και τις εφημερίδες. Μα πάνω από όλα ξέρει τους δικούς του ανομολόγητους πόθους: να μπορούσε για μια φορά να υπάρξει ένας τέτοιος «ήρωας», σα τους χιλιάδες που κυκλοφορούν ακόμη ανάμεσα μας. Απολαμβάνει την ιδέα να μπορούσε να ξεφύγει από το συμβατικό και να ζήσει τη χλιδή, τον ερωτισμό και τα άκρα που αυτοί οι ήρωες ζουν. Αυτές οι ταινίες έγιναν κλασικές και επιτυχημένες γιατί έδωσαν χώρο σε μια ορμέφυτη ταύτιση με το ακραίο, το ζωώδες που όλοι κουβαλούν αλλά καλύπτουν.

Το χρήμα, η δύναμη, ο έλεγχος, η άνοδος είναι σκληρά πορνό.

Και η τέχνη του κινηματογράφου; Ο κινηματογράφος μας χαρίζει τη διαπίστωση πώς μιμείται τη ζωή φέρνοντας πιο κοντά αυτό που βλέπουμε έξω αλλά προτιμούμε την omerta!

by Rory





  

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Πρόταση dvd: Before Midnight

Του

Richard Linklater



Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα.
                                      Πάντοτε σε περίμενα.
Τ. Λειβαδίτης

Η λευκή οθόνη είναι ένα κενό, ένας άδειος καμβάς, ένα άλμπουμ κι ένας τεράστιος τοίχος μουσείου που σαν καθίσεις μπροστά του αρχίζει και ζωντανεύει. Το βλέμμα μας τον κάνει ευμετάβλητο και αυτός αντίστοιχα κάνει ευμετάβλητη την ψυχική μας κατάσταση. Μέσα από τη δισδιάστατη αναπαράσταση καταφέρνει να απορροφά κάθε κρυφή προβολή που κάνουμε μέσα στην σκοτεινή αίθουσα. Καταφέρνει να συγκινήσει εμάς, τους τρισδιάστατους, που αναζητούμε ιστορίες να ταυτιστούμε, χαρακτήρες να μας μοιάζουν, φινάλε που θα μας βγάλουν από τη δική μας αναμονή για κάποιο τέλος. Το οποιοδήποτε.

Αυτές ήταν κάποιες πρώτες σκέψεις που έτρεχαν στο μυαλό μου καθώς παρακολουθούσα το Πριν τα Μεσάνυχτα φέτος το καλοκαίρι, σε ένα σχεδόν άδειο θερινό σινεμά, με τη δροσιά και τη νύχτα να μετατρέπει την οθόνη σε ένα θέαμα «μόνο για εμένα». Σίγουρα μετά την κυκλοφορία της ταινίας έχουν γραφτεί αρκετά διθυραμβικά σχόλια, οι κριτικές ήταν οικουμενικές, ενώ και εισπρακτικά η ταινία του θαυμάσιου τρίδυμου(Hawk-Delpy-Linklater) ξεπέρασε κάθε προσδοκία.



Κάποιες ταινίες απλά ΕΙΝΑΙ ο κινηματογράφος, αποτελούν αυτό για το οποίο ο κόσμος πάει ακόμη σινεμά. Όταν πέρσι πάλι μέσα από την σελίδα μας είχα προτείνει τις  δύο πρώτες ταινίες, έγινε ήταν γιατί η συγκεκριμένη ιστορία ήταν ακόμη σε συνέχεια, σαν τα βιβλία του συγγραφέα πρωταγωνιστή. Ένα βιβλίο κάθε φορά για το σημείο που βρισκόταν απέναντι στον έρωτα της ζωής του, έτσι που το σενάριο δεν είναι απλά εργαλείο αλλά η ίδια η συνέχεια ενός προσώπου που μεγαλώνει και οι χαρακτήρες δεν αποτελούν 2 αστέρες που εκτελούν ρόλους, αλλά ένα ζευγάρι που είναι γνωστοί μας και εμείς χάνουμε νέα τους, ξαναπέφτοντας πάνω τους μετά από χρόνια, αναζητώντας να μάθουμε τι έγινε στο ενδιάμεσο! Η τριλογία του Linklater καταφέρνει ακριβώς αυτό το πράγμα. Παίρνοντας ένα σπάνιο και ρομαντικό στιγμιότυπο, επέμεινε με ζήλο να το εξελίσσει, να το δουλέψει και να το κρατήσει ζωντανό απέναντι σε κάθε κυνισμό και κακόβουλη οπτική που θέλει να νομίζουμε πως ο έρωτας κάποια στιγμή φεύγει ή γίνεται γραφική νοοτροπία.

Ο Τζέσι και η Σελίν είναι πια σαραντάρηδες, κουβαλούν μεσήλικες νευρώσεις, μεσήλικες φοβίες, άγχη καθημερινότητας, κουβαλούν ταυτόχρονα τα στερεότυπα του χαρακτήρα τους που ξέρουμε. Σε μια συνεχόμενη στιχομυθία που αποκαλύπτει όσα έχουν γίνει μέσα σε 9 χρόνια, τους συναντούμε να αποκαλύπτουν τη ρουτίνα τους, τις συγκρούσεις τους. Τώρα που πια έχουν ο ένας τον άλλον και ο αγώνας για κατάκτηση έχει τελειώσει, μιλούν για τον αγώνα να μείνουν κατανοητοί μεταξύ τους, να αναπολούν το δρόμο που τους έφερε μέχρι εκεί, να προσπαθούν ακόμη να ξεκλειδώσουν τα λόγια που ανταλλάσσουν. Βασικά να κινούν τα συναισθήματα τους μέσα στη στασιμότητα που είναι μια σταθερή οικογενειακή ζωή με υποχρεώσεις. Η ταινία γίνεται βαριά, αποκτά νύχια σε στιγμές και τρομάζει τον θεατή αφού αναδύονται συγκρούσεις και μια αίσθηση τέλους…το ζευγάρι που ξέρουμε είναι φθαρτό και γραφικό, αλλά…

Η ταινία είναι η καλύτερη της τριλογίας γιατί είναι και πιο αληθινή. Είναι ένας ύμνος πάνω στην μυστική ρουτίνα κάθε έρωτα, στο αιώνιο και το άχρονο συναίσθημα που θέλει την ιστορία να διαλαλεί τις δυσκολίες αλλά να κρατά κρυφές τις στιγμές που άρχισαν όλα, προστατεύοντας τα από απαισιόδοξα μάτια. Είναι αυτό που όλοι ξέρουμε και ψάχνουμε αλλά δε το λέμε, και ευτυχώς το είπε ο κινηματογράφος για εμάς!



by Rory









Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Πρόταση dvd: Το Κυνήγι

Του

Thomas Vinterberg


Υπόγειο Στίγμα

Υπάρχει συνήθως μια τάση των Βόρειων να προσεγγίζουν με κυνικότητα και ταυτόχρονα με ψυχραιμία, δύσκολα και σκληρά θέματα. Ποιος θα ξεχάσει ταινίες όπως το Evil του 2003, Το Κύμα, κάθε ταινία του Χάνεκε όπως η Λευκή Κορδέλα, το Dogville του Τρίερ. Μοιάζει λες και οι αγαπημένοι μας «ψυχροί» δημιουργοί γνωρίζουν πολύ καλά τι κουβαλά ο άνθρωπος μέσα του και κάθε φορά κάποιος από αυτούς διαλέγει να μας το σερβίρει τόσο αριστοτεχνικά και βίαια που μοιάζει να εντυπώνεται στον θεατή σαν στίγμα. Στην παραπάνω κατηγορία δημιουργών ανήκει και ο σταθερά ανοδικός Τόμας Βίντερμπέργκ, που μοιάζει να απομένει πια ο καλύτερος Δανός σκηνοθέτης, μιας ο Τρίερ ασχολείται περισσότερο με ψυχαναλυτικές εμμονές παρά με μια ξεκάθαρη θεματολογία.

Ο Βίντενμπεργκ δεν είναι καθόλου άγνωστος για την «βίαιη» σκοπιά και θεματολογία του. Με ταινίες όπως η Οικογενειακή Γιορτή και το Submarino διαλέγει πάντα να κάνει κοντινά και να ξεσκεπάζει αρκετές από τις υποκριτικές, σαδιστικές πτυχές του ανθρώπου, με έναν τρόπο που κάποιες φορές θυμίζει την στάση του Bergman απέναντι στους ήρωες του και στην συντηρητική βόρεια κοινωνία.

Το εδώ προτεινόμενο Κυνήγι δεν είναι καθόλου μια εύκολη ταινία να περιγράψει κάποιος, πόσο μαλλον να προσεγγίσει. Η υπόθεση ενός μικρού κοριτσιού που αφήνει υπόνοιες ότι παρενοχλήθηκε σεξουαλικά από έναν κοντινό της άνθρωπο και η αντίδραση της μικρής χωρικής κοινότητας απέναντι σε αυτόν, δίνει στον σκηνοθέτη την ευκαιρία να παραμείνει αιρετικός και «εκδικητικός» θα λέγαμε απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία να εξαπλώνει με ταχύτητα την οργή της, την προκατάληψη της, την τάση της να απομονώνει. Αυτό έχει σημασία γιατί ο σκηνοθέτης δείχνει από την αρχή ποια είναι η αλήθεια αφήνοντας μας «δεμένους» στην καρέκλα μας να παρακολουθούμε τα πάθη του πρωταγωνιστή, αδύναμος όπως είναι απέναντι σε ένα ανθρωποφαγικό κρεσέντο μιας κοινωνίας που δεν ακολοθουθει τις ενδείξεις αλλά καθαρά τις πεποιθήσεις της, όχι τα στοιχεία αλλά το επικαλούμενο συναίσθημα. Ταυτόχρονα ο Βίντερμπεργκ παραμένει αιρετικός αφού επιλέγει να μην υποτιμά την παιδική ηλικία, τις ιδιαίτερες ψυχικές διακυμάνσεις της, την αγώνια και τις ενοχές που αυτή κουβάλα απέναντι στη δύναμη και την εμμονή των μεγάλων.

Η ταινία δεν αποτελεί καθόλου την εξιστόρηση ενός ευαίσθητου σκανδάλου. Καταδεικνύει τον τρόπο που κατασκευάζεται ένα στίγμα, που υιοθετείται, που κουβαλιέται υποσυνείδητα μέσα μας, που συντηρείται εν τέλει. Μα πιο πολύ δείχνει πώς οι άνθρωποι, μικροί-μεγάλοι, μπορούν να είναι το ίδιο απίστευτα σκληροί, με ένα ταλέντο να δημιουργούμε δίνες, κακό, μόνο και μόνο επειδή πληγωθήκαμε ή ζητήσαμε κάποιον να μας ακούσει.



by Rory













Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Πρόταση dvd: Stoker

Του

Park Chan-wook


Εν αρχή… η απώλεια

Την τελευταία χρονιά θα μπορούσαμε να πούμε πώς ο ιδιαίτερος Κορεάτης δημιουργός Παρκ Τσαν Γουκ βρίσκεται στην επικαιρότητα για λάθος λόγους, όπως αυτός του ριμέικ του Oldboy από τον Σπάικ Λι. Μπορεί η σφραγίδα που άφησε το νοσηρό του παραμύθι να έχει μείνει ανεξίτηλη και πια να έχει cult status αλλά να που το 2013 ο Κορεάτης με τη διαστροφική ματιά στο πρώτο του αγγλόφωνο ντεμπούτο παρέδωσε για άλλη μια φορά μαθήματα σκηνοθεσίας και τρομακτικής οπτικής πάνω στην εκδίκηση(ένα αγαπημένο του θέμα) και στην ενηλικίωση.

Όλα ξεκινούν από μια κηδεία, αυτή του πατέρα, την ημέρα των 18ων γενεθλίων της Ίντια(με την Mia Wasikowska σε ένα άρρωστο και αθόρυβο ερμηνευτικό ρόλο που την έφερε ευτυχώς στην επικαιρότητα). Γύρω της η μητέρα(Νικόλ Κίντμαν και πάλι στα καλύτερα της), ένα τεράστιο κάστρο για σπίτι, έξω ένα σκοτεινό και δάσος όπου πήγαινε για κυνήγι με τον πατέρα της και ξαφνικά η έλευση του για χρόνια άγνωστου, μυστηριώδη θείου της και αδερφό του πατέρα της(O Matthiew Goode του Matchpoint).

Πάνω σε αυτή την παλέτα χτίζεται ένα από τα πιο άριστα σενάρια των τελευταίων ετών από τον πρώην πρωταγωνιστή του Prison Break, Wentworth Miller. Ένας άνδρας όμοιος αυτού που φεύγει παίρνει τη θέση του κινούμενος σαν ένα φάντασμα με μυστικά ανάμεσα στις δυο γυναίκες που κάθε μία προβάλλει πάνω του κάτι από την σαρκική απώλεια του πατέρα. Ξαφνικά ο μυστηριώδης θείος αλλάζει συμβολικές μορφές, από την αρσενική φιγούρα που γεμίζει το σπίτι στην αρρενωπή που καταφέρνει και γεμίζει την απελπισία της μητέρας και την εφηβική κυκλοθυμική περιέργεια της έφηβης κόρης. Και οι δύο τον διεκδικούν μέσα από μια ψυχεδελική, σχεδόν βουβή βία βλεμμάτων, αγγιγμάτων που ο Κορεάτης σκηνοθέτης με την άρτια στυλιστικότητα και την άγρια προσέγγιση του ερωτισμού από το φακό του μετατρέπει σε ένα διαστροφικό παιχνίδι ενηλικίωσης της έφηβης. Τα πάντα μοιάζουν να μεγεθύνονται: οι ήχοι, οι κόρες των ματιών, το κατάπιομα ενός κρασιού, όλα μεγεθυμένα μέσα από την αισθητηριακή επανάσταση και εμμονή της εφηβείας. Από το δάσος που είναι η άγρια ελευθερία και ο μυστικισμός της αθωότητας η πρωταγωνίστρια αρχίζει να κινείται στα δωμάτια, στους τοίχους με ακατάληπτους και  άγριους, προβλέψιμους ενήλικες που διεκδικούν κάτι από αυτήν, άλλος την αφοσίωση, τον ανταγωνισμό και άλλος την διαβολή, την σεξουαλική επαγρύπνηση, την άγρια εισαγωγή στην ενήλικη ασυναισθησία.

Η ταινία σταδιακά λαμβάνει διαστάσεις πραγματικού θρίλερ. Ο θείος γίνεται συμβολικά και κυριολεκτικά το χέρι της έφηβης που μέσα από την εικόνα του ζωντανεύει τον πατέρα της, ένα κυνηγό, για να πάρει μακριά της ότι απειλητικό υπάρχει για αυτήν, τα αγόρια που την προσβάλλουν και της φέρονται σεξιστικά, τη μητέρα που την ανταγωνίζεται και πάντα διεκδικούσε τον πατέρα της από αυτήν. Δεν είναι τυχαίο που κάθε φόνος στη ταινία γίνεται με ζώνη ένα κατεξοχήν πατρικό σύμβολο βίας για τις κοινωνίες. Ο Πατέρας «επιστρέφει» (με το επίθετο του Stoker να κλείνει το μάτι στην έννοια του Stalker που σημαίνει διώκτης) αφανίζοντας κάθε απειλή, η σαγήνη του θείου και ο ενεργοποιημένος ερωτισμός της μητέρας τους κάνουν θελκτικούς και προσιτούς στην έφηβη διεγείροντας το σώμα της και τις φαντασιώσεις, μεταμορφώνοντας την σε ενήλικη και εν τέλει σε Γυναίκα επικίνδυνη, ερωτική.

Για τον Παρκ Τσαν Γουκ είναι γνωστό πώς ο θάνατος είναι πάντα μια μετάβαση. Η ίδια η απώλεια είναι μια μετάβαση σε κάποιου είδους διαστροφική ελευθερία, και η εφηβεία είναι κι αυτή γεμάτη από τέτοιες καθορίζοντας πολλές φορές ποιοι θα γίνουμε…


  by Rory











Τετάρτη 27 Μαρτίου 2013

Πρόταση dvd: Σώμα με Σώμα(Rust n Bone)



Του
Ζακ Οντιάρ



Η μνήμη του σώματος

Η περσινή χρονιά ευτυχώς «σημαδεύτηκε» από κάποιες πολύ καλές κυκλοφορίες οι οποίες συγκέντρωσαν αρκετή προσοχή παρόλη την δυσκολία των θεμάτων τους ή τη σκληρότητα των ιστοριών που είχαν να πουν, επαναφέροντας κατά κάποιο τρόπο τον θεατή κοντά σε μια περισσότερο ενδοψυχική(sic) σκοπιά. Με την Αγάπη του Χάνεκε να προελαύνει παγκοσμίως με τον τρυφερό κυνισμό και τη συναισθηματική της φόρτιση αλλά και το The Master του Άντερσον να παραμένει το πιο άλυτο κινηματογραφικό αίνιγμα, είδαμε το σινεμά να αγγίζει πάλι σκοτεινές και συνάμα ανθρώπινες πτυχές, ιδιαιτέρως σε μια εποχή όπου το σώμα, η αντοχή, η κούραση στροβιλίζουν ανθρώπους μέσα στο δυσβάσταχτο βάρος της επιβίωσης.


Ο Ανθρωποκεντρικός-ρεαλιστικός κινηματογράφος δεν είναι κάτι άγνωστο ούτε στη φιλμογραφία του Ζακ Οντιάρ, ενός άκρως συνεπούς Οντιάρ που απέδειξε για άλλη μια φορά πόσο δυνατός σκηνοθέτης μπορεί να συνεχίσει να είναι χωρίς τυμπανοκρουσίες και μεγάλους παραγωγούς από πίσω του. Αφήνοντας τον Προφήτη πίσω του και την κλειστοφοβική-αρσενική κάθοδο των φυλακών του, επέστρεψε φέρνοντας αυτή τη φορά υδάτινη ατμόσφαιρα, ιδρώτα και αγώνα για ελπίδα μέσα από τα σώματα ενός άνδρα και μια γυναίκας. Μέσα από το χώμα και το νερό του Ανθρώπου.

Η ψυχική ατροφία και η μοναξιά αποδίδονται μέσα από το σώμα, μια πρωτόγονη σεξουαλικότητα και φυσικά τον πόνο. Τον αληθινό πόνο που καταγράφεται στο σώμα μας και αποκτά τη δική του μνήμη στο σοκ, στην μοναξιά, στο όνειρο. Η Στέφανι (Μάριον Κοτιγιάρ) θα χάσει τα πόδια της μέσα στο βαθύ μπλε, από τα βαριά υδάτινα πλάσματα που εκπαιδεύει και μιλά μαζί τους με χειρονομίες. Θα καθηλωθεί μέσα στην οργή του σώματος και του ημιτελούς. Ο Αλίν (Ματίας Σένερτς) αναζητά μια στέγη για το γιό του, δουλειά έχοντας μόνο του όπλο μια πρωτόγονη αρρενωπότητα, μια τραχιά παιδαγωγική και μια ήρεμη αυτοκαταστροφικότητα. Ο πόνος της δύναμης και της εκδήλωσης της μέσα από το ξύλο και το τραχύ σεξ είναι ο τρόπος του να μένει ακέραιος, εκφραστικός. Με άνεση, ξεδιπλώνοντας χωρίς εντυπωσιασμούς τη ψυχογραφία των ηρώων του, ο Οντιάρ καταφέρνει να μιλήσει για την πειθαρχημένη ευαισθησία της γυναίκας και για την εύθραυστη τραχύτητα του αρσενικού καταγράφοντας την ανάγκη για πλήρωση. Η δική της αναπηρία θα του προσφέρει την πάλη για νίκη και για επιβίωση, η δική του κάθετη και σωματική οπτική θα της προσφέρει την ελπίδα για συνέχεια ενεργοποιώντας ξανά τον αισθησιασμό της. Και τα πάντα, τα πάντα καταγράφονται σωματικά. Η απώλεια βιώνεται στο κορμί όπως και η επιστροφή στην ομαλότητα, με το δέρμα, τα άκρα, την σεξουαλικότητα να έχουν ως σύνορο αλλά και ως διέξοδο το σώμα.

Όπως ο Κισλόφσκι πλημμύριζε με Μπλε την οθόνη, σαν ένα θολό και γαλακτερό σύμπαν που κατοικεί η θλίψη και η προσπάθεια να κρατηθεί κάποιος από τον εαυτό του, έτσι και ο Οντιάρ καδράρει την θάλασσα, το φως, το δικό του μπλε σαν έναν τόπο με βαρύτητα αλλά και την γαλήνια αίσθηση που φέρνει το χρώμα του, οι ήχοι του, η Άνωση του, εξισορροπώντας την ελαφρότητα της ύπαρξης με το βάρος της συνέχισης της.


by Rory






Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Πρόταση dvd: Killing them Softly


Του
Andrew Dominik


Η πρώτη αληθής αμερικάνικη ταινία μετά το Νονό

Μη βιαστείτε να αντιδράσετε διαβάζοντας τον υπότιτλο. Η λέξη αληθής αναφέρεται στον τρόπο που στέκεται η ταινία απέναντι στην χώρα στην οποία στρέφει το μεταφορικό της στόχαστρο ενώ ο Νονός αναφέρεται διότι παραμένει και θα παραμένει για αιώνες η πρώτη γνήσια κοινωνικό-πολιτική ανάλυση στον τρόπο που στήθηκε η Αμερική και ο καπιταλισμός: με τη Μαφία(οικονομική και πολιτισμική) και την εξόντωση κάθε εναλλακτικής πάλης.

Το  Killing them softly δε θα μπορούσε να γίνει από Αμερικάνο, κι αυτό γιατί ελάχιστοι είναι αυτοί που μπορούν λακωνικά, αδυσώπητα και αντικειμενικά να αφουγκραστούν την υπόκωφη παρακμή της πατρίδας τους. Στο τέλος όλοι τείνουν να εκλογικεύουν και να στρογγυλεύουν τις παρατηρήσεις τους. Για αυτό και ευτυχώς για εμάς ήρθε ένας αιρετικός Αυστραλός παίρνοντας από το χέρι ένα αδικημένο σύμβολο του κινηματογραφικού καπιταλισμού(τον Brad Pitt) και απλά παρέδωσε μια ταινία που έρχεται σαν μια ψυχρότατη γροθιά πάνω στη σύγχρονη ερημωμένη υπερδύναμη.

Ολόκληρη η ταινία είναι μια μεταφορά, αυστηρή και ξεκάθαρη, απέναντι στο τι απέμεινε από τη Αμερική μετά το 2001 και τα οικονομικά σκάνδαλα, αλλά και απέναντι σε ποιους έχει απομείνει αυτή η χώρα να την κρατούν σε μηχανική υποστήριξη.

Το έργο ξεκινά με μια απίστευτα έρημη εικόνα καθώς ακούγονται βινιέτες από την μετεκλογική νικητήρια ομιλία του Ομπάμα. Η αλλαγή έχει έρθει αλλά είναι μόνο μια επίφαση. Όσο το έργο προχωρά και μας συστήνονται όλοι οι φτωχοδιάβολοι, εξαρτημένοι και καιροσκόποι ήρωες, ο σκηνοθέτης τοποθετεί  στρατηγικά κι άλλες βινιέτες από προεκλογικές ομιλίες του τωρινού προέδρου αλλά και των προκατόχων του. Ακούγονται σαν background αφήγηση ή από κάποια μίζερη τηλεόραση του σκηνικού. Η αλλαγή ερχόταν αλλά κανείς δε μίλαγε.

Ο Ντόμινικ ήθελε αυτό να είναι η ταινία του, αυτό να μας μείνει και το πετυχαίνει μέσα από αυτόν τον χορό που είναι οι ήρωες του, όλοι κλέφτες, δολοφόνοι, μαφιόζοι. Ένα παιχνίδι πόκερ(οικονομία) στήνεται από τον ίδιο τον διοργανωτή(χρηματιστήριο, στεγαστικά;), κάποιοι ληστεύουν τα έσοδα όντας απελπισμένοι(πολίτες, άνεργοι, οπορτουνιστές;) και τα μεγάλα κεφάλια της μαφίας-που συστήνονται ως εταιρία με αντιπροσώπους- προσλαμβάνουν έναν δολοφόνο(ΔΝΤ; τραπεζίτες;) να εξοντώσει τους υπαίτιους(υπουργούς; Προϊστάμενους; μεσάζοντες;).

Όπως και με τη προηγούμενη άρτια ταινία του(Η δολοφονία του Τζέσι Τζέιμς), ο Ντόμινικ είναι μινιμαλιστικός και αφήνει τους χαρακτήρες να κάνουν τη δουλειά μέσα από τις καθαρές ερμηνείες και την απόκοσμη αίσθηση που αφήνει η στάση τους, η μεθοδικότητα και η αφέλεια τους. Ο ρόλος του Pitt ως επαγγελματία εκτελεστή είναι το κλειδί του έργου, αλλά δε δίνει ποτέ την αίσθηση του νικητή, παρά μόνο μιας εκδίκησης σαρκοφάγας και πραγματιστικής, συνοψίζοντας στην άγρια ειλικρίνεια των προθέσεων του όλη τη σύγχρονη αρένα της ηθικής φτώχειας.

…America is not a country. It’s business. Now pay me

και κάπου εδώ ερχόμαστε στα δικά μας…




by Rory






Πρόταση εβδομάδας: ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΙΣΜΕΝΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ( Killers of the Flower Moon )

  Βασισμένη στο δημοφιλές ομότιτλο best-seller μυθιστόρημα του David Grann, η ταινία “Killers of the Flower Moon” μας μεταφέρει στην Οκλαχόμ...